Βαγγέλης Μεϊμαράκης

Ομιλία του πρώην Πρόεδρου της ΝΔ και πρώην Προέδρου της Βουλής κ. Ευάγγελου Μεϊμαράκη στην εκδήλωση για τον Ιωάννη Κεφαλογιάννη.

Θα ξεκινήσω όπως αρμόζει σε έναν Κρητικό, με μια μαντινάδα.
«Καλή παρέα και ψυχή ο άνδρας πρέπει να χει να προσπερνά λεβέντικα ο,τι και να του λάχει»

Αυτός ήταν Γιάννης Κεφαλογιάννης. Ο άνθρωπος, ο γιατρός, ο αντισυμβατικός πολιτικός. Τίμιος, φιλότιμος , πατριώτης με συμμετοχή και πλούσια δράση στην εθνική αντίσταση και στον αντιδικτατορικό αγώνα στη συνέχεια, με αποτέλεσμα την παραπομπή του στο στρατοδικείο. Ένας ακέραιος χαρακτήρας με περισσή λεβεντιά και δημοκρατική ευαισθησία.

Αρετή για τον Γιάννη Κεφαλογιάννη ήταν να πολιτεύεσαι και να αντιπολιτεύεσαι με πολιτική υπευθυνότητα. Ο πολιτικός του κώδικας , οι ιδεολογικές του καταβολές και πεποιθήσεις συνάδουν με τις δημοκρατικές αρχές και αξίες που πρεσβεύει.

Όπου κλήθηκε να υπηρετήσει το κοινωνικό σύνολο από θέσεις ευθύνης, το έκανε με τρόπο υπεύθυνο, αποδοτικό και αποτελεσματικό.
Εκείνο που τον έκανε ξεχωριστό ήταν να μάχεται, να παίρνει θέση, να είναι παθιασμένος γι’ αυτό που πιστεύει, πάντα όμως με αίσθημα ευθύνης, αίσθηση του μέτρου, ειλικρινή διάθεση και αφοσίωση στην αποστολή του. Ήταν ασυμβίβαστος γι’ αυτό και εκκινείτο πολλές φορές κόντρα στο ρεύμα, μη υπολογίζοντας το λεγόμενο πολιτικό κόστος. Με αταλάντευτη προσήλωση στο κοινό καλό ήθελε να είναι και ήταν αληθινός και δίκαιος.

Φτιαγμένος από εκείνη τη στόφα παλιάς κοπής των πολιτικών μιας άλλης γενιάς, υπήρξε γενναίος, εγκάρδιος και ευθύς άνθρωπος, αυστηρός πρωτίστως με τον εαυτό του, ένας άνθρωπος που χαμογελούσε απέναντι σε κάθε τι όμορφο και αληθινό στη ζωή και συνάμα επαναστατούσε εναντίον σε κάθε είδους συμβιβασμό.

Παρακολουθώντας την πορεία του και την πολιτική του διαδρομή διαπιστώνουμε ότι είναι απόλυτα συνυφασμένες με την οικογενειακή του ισορροπία για την οποία φρόντιζε πάντα η κυρία Ελένη. Μια γυναίκα δυναμική και δραστήρια, στυλοβάτης της οικογένειας, στήριγμα του Γιάννη στις καθημερινές δυσκολίες και αντιξοότητες. Αν και κατάγεται από μεγάλη γνωστή οικογένεια του Ρεθύμνου, έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά κοντά στα προβλήματα των συμπατριωτών της και αντιμετώπιζε την πολιτική και οικογενειακή ζωή με ευαισθησία και αίσθηση των πραγμάτων επηρεάζοντας θετικά την πορεία του. Με την απλότητα της προσωπικότητάς της, την ευγένεια που την διακρίνει και την βαθιά αίσθηση της υποχρέωσης απέναντι σε έναν ξεχωριστό ρόλο, αυτόν της συζύγου πολιτικού, προτεραιότητά της υπήρξε η φροντίδα και η ενθάρρυνση των επιλογών του συζύγου της καθώς και η σωστή ανατροφή των παιδιών της. Και δικαιώθηκε, όπως αποδεικνύει η πορεία των κοριτσιών της και κυρίως της Όλγας, η οποία ακολουθώντας τις αρχές και της αξίες της οικογένειάς της, εξελέγη πρώτα βουλευτής Ρεθύμνου και στη συνέχεια πρώτη στη μεγάλη περιφέρεια της Α´ Αθηνών.

Η αγάπη του Κεφαλογιάννη για την Κρήτη και ιδιαίτερα για το Ρέθυμνο μοναδική. Το Ρέθυμνο και οι άνθρωποί του για τον Γιάννη, ήταν το κέντρο της Γης. Το απέδειξε ιδιαίτερα με τους αγώνες του για την ίδρυση του Πανεπιστημίου της Κρήτης. Θα προτιμούσε βεβαίως να ήταν όλες οι σχολές στο Ρέθυμνο, αλλά στο τέλος συμβιβάστηκε να εγκατασταθούν και σε άλλους νομούς.

Προσιτός με μια φυσική και έμφυτη θα έλεγα απλότητα, παρότι καταγόταν από μια μεγάλη αστική οικογένεια, χαιρόταν να βρίσκεται με τους συμπατριώτες του και ζούσε μαζί τους. Συμμεριζόταν με έναν ξεχωριστό τρόπο τους καημούς, τους πόνους, τα προβλήματα και τις αγωνίες τους.

Αν ήταν μαζί μας σήμερα, θα έλεγε ότι η πολιτική δεν γίνεται μόνο μέσω των social media, με Twitter,Facebook και selfie,αλλά με προσωπική επαφή. Να πας στο καφενείο να αισθανθούν οι άνθρωποι ότι είσαι κοντά τους και στον πόνο τους και στη χαρά τους, ότι είσαι δικός τους και όχι απλά ότι διεκπεραιώνεις το πρόβλημά τους. Και ο Γιάννης αυτό το είχε καταφέρει και ήταν η μεγάλη επιτυχία του. Το χαιρόταν, ήταν η ζωή του.
Γιατί ήταν πολιτικός και όχι πολιτικάντης, ώστε να ενδιαφέρεται μόνο για την εικόνα του. Ήταν πολιτικός ουσίας, έμπαινε στο σπίτι και στην ψυχή των ανθρώπων. Και αυτό είναι κάτι που χρειαζόμαστε πολύ περισσότερο σήμερα που η τεχνολογία, όσο απαραίτητη και χρήσιμη είναι, μας αποξενώνει σιγά-σιγά.

Η ενασχόληση με την πολιτική για τον Ρεθυμνιώτη γιατρό ήταν το δεύτερο βίωμά του. Ο λόγος του συνοδευόταν πάντα από τις πράξεις του, γιατί, όπως συχνά έλεγε, ο άνθρωπος και πρωτίστως ο πολιτικός ορίζεται όχι μόνο από τις προθέσεις του αλλά κυρίως από τις πράξεις του.
Και με αυτές τις πράξεις σφράγισε την πολυκύμαντη πολιτική του διαδρομή.

Θεωρούσε ως κορυφαία στιγμή στην κυβερνητική του θητεία τη μεγάλη έμπρακτη συμβολή του στην εθνική συμφιλίωση. Ήταν υπουργός Δημόσιας Τάξης της κυβέρνησης συνεργασίας (ΝΔ – Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου) υπό τον Τζανή Τζαννετάκη, όταν υπέγραψε την απόφαση για το κάψιμο των φακέλων των πολιτών. Ήταν ασφαλώς μια απόφαση μεγάλης συμβολικής αλλά και πρακτικής σημασίας, που έκλεινε οριστικά ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας. Ήταν μια πράξη ευθύνης που ένωσε όλους τους Έλληνες, ένα καινούργιο ξεκίνημα για μια περίοδο ελευθερίας και συναδέλφωσης.

Στην Οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα, ως αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, ύψωσε το ανάστημά του απέναντι σε επιχειρηματικά συμφέροντα προασπίζοντας το δημόσιο συμφέρον, σχετικά με τις αποφάσεις για ανάθεση της προμήθειας των ψηφιακών παροχών του ΟΤΕ.

Ανεξάρτητος από τη φύση του και υπακούοντας στη συνείδησή του έπραξε το αυτονόητο για εκείνον, διαφωνώντας σε μέτρα που θα αλλοίωναν και θα κατέστρεφαν το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της χώρας. Πράξη που τον οδήγησε στην παραίτηση από την ηγεσία του υπουργείου Τουρισμού.

Την έννοια του και την ευαισθησία του για τον πάσχοντα συνάνθρωπο τη δείχνει έμπρακτα με την ανάληψη υπουργικών καθηκόντων το 1976, όταν ως υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών συστήνει το Κέντρο Αμέσου Βοήθειας στο Λεκανοπέδιο Αττικής, υποχρεώνοντας όλα τα νοσοκομεία να δέχονται επείγοντα περιστατικά, παρά τις αντιδράσεις τους. Ήταν το πλέον επαναστατικό και σύγχρονο κοινωνικό νομοθέτημα που φέρει τη σφραγίδα του και αποτέλεσε τη βάση για τη μετεξέλιξή του πολύ αργότερα σε ΕΚΑΒ και την ένταξή του στο Εθνικό σύστημα Υγείας. Αυτός ήταν ο Γιάννης Κεφαλογιάννης ο αποκαλούμενος έκτοτε ως ο κύριος 166.

Με τον συμπατριώτη Γιάννη Κεφαλογιάννη και την οικογένειά του με συνδέουν δεσμοί άρρηκτοι. Τον γνώριζα από τις αφηγήσεις του πατέρα μου, ο οποίος τον είχε υπερασπιστεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στο στρατοδικείο, και όπως ο ίδιος αναφέρει, ο πατέρας μου είναι ο μόνος που τον περίμενε έξω από τη φυλακή. Αργότερα με τίμησε με την προσωπική του φιλία και διδάχθηκα πολλά απ´ αυτόν.

Αγαπητοί φίλοι ,
Ο Γιάννης Κεφαλογιάννης δεν ήταν πολιτικός των δημοσίων σχέσεων. Ντόμπρος, αληθινός και πολύπειρος κοινοβουλευτικός. Δεν ευτέλιζε την πολιτική, την ευλαβούνταν. Σπάνια μιλούσε για το δικό του έργο και προτιμούσε να ρωτάει τον συνομιλητή του τι εκείνος κάνει. Προτιμούσε, όπως θυμάμαι, να διηγείται ανέκδοτα και ιστορίες του με μια χαριτωμένη υπερβολή. Η πολιτική του μακροβιότητα, πενήντα χρόνια κοινοβουλευτισμού και προσφοράς στην παράταξή μας, πέρα από την αξία και την αντοχή της μέσα στο χρόνο, τον έκανε περισσότερο σοφό και στοχαστικό.
Αντιμετώπιζε την πολιτική, σαν μια υπόθεση καθήκοντος, εθνικού, πατριωτικού, προσωπικού έναντι κυρίως του λαού, που τον είχε εκλέξει στην Εθνική Αντιπροσωπεία.

Κατ´ εξοχήν πολιτικός της συνεννόησης, πίστευε ότι στα πιο μεγάλα θέματα κυρίως στα εθνικά, οφείλουμε να βρίσκουμε τη χρυσή τομή.
Όποτε ο Ελληνισμός ενώθηκε μεγαλούργησε .
Όποτε διχάστηκε ηττήθηκε.

´Εξι χρόνια μετά την «αναχώρησή του», κάθε φορά που τον θυμάμαι, που τον συλλογίζομαι, βλέπω εκείνο το γνώριμο σε όλους χαμόγελό του, απλό, σύνθετο και αμετάφραστο. Ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που έδωσε εξετάσεις στη ζωή, στην πατρίδα, στην Κρήτη και στους ανθρώπους της. Και πέτυχε πέρα για πέρα.
«Αρέσει μου ο άνθρωπος που στον γκρεμό όταν φτάσει, δεν σκέφτεται πως θα χαθεί, αλλά πως θα πετάξει», όπως λέμε εμείς οι Κρητικοί.

Γι’ αυτό τον άνθρωπο, αλλά και όλους όσοι αφιέρωσαν τη ζωή τους στην παράταξή μας είμαστε υπερήφανοι, γιατί υπηρέτησαν τη μεγάλη σύγχρονη, φιλελεύθερη, λαϊκή και πατριωτική Χριστιανοδημοκρατική, Ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, μένοντας σταθερά προσηλωμένοι στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ευημερίας, της οικονομικής προόδου, του κράτους δικαίου, της κοινωνικής συνοχής.
Αρχές, που υπηρετούν και για τις οποίες αγωνίζονται διαχρονικά όλοι οι γνήσιοι νεοδημοκράτες ανεξαρτήτως ποιος είναι ο Πρόεδρος.
Αυτό έκανε και ο Γιάννης.
Υπηρέτησε, όπως όλοι μας, με τον ίδιο ζήλο τη Νέα Δημοκρατία και τις αρχές της με όλους τους προέδρους. Τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Γεώργιο Ράλλη, τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον Μιλτιάδη Έβερτ και τον Κώστα Καραμανλή. Είχε έντονη δημόσια παρέμβαση και υπηρέτησε τη ΝΔ ως απλό στέλεχος και επι προεδρίας Αντώνη Σαμαρά. Έκανε πάντα το καθήκον του, όπως κι εμείς σήμερα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ήταν σταθερός στις απόψεις του και τις υπηρέτησε και ως βουλευτής της ΕΡΕ αλλά και ως ιδρυτικό στέλεχος της ΝΔ.
Έζησε τις χαρές αλλά και τις στενοχώριες, τις νίκες αλλά και τις ήττες, στενοχωρήθηκε αλλά και πικράθηκε, αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψε τον αγώνα και τη ΝΔ.

Τιμώντας σήμερα τον Κεφαλογιάννη, αναγνωρίζουμε τους αγώνες και την προσφορά των παλιότερων που έβλεπαν την προοπτική της χώρας μας μέσα από την Ευρωπαϊκή της πορεία, έτσι όπως χαράχτηκε από τον ιδρυτή μας Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Γιάννης Κεφαλογιάννης ήταν Έλληνας και μάλιστα Κρητικός που ήθελε την Ευρώπη και όχι Ευρωπαίος που έτυχε να γεννηθεί στην Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μας έμαθαν να ανοίγουμε δρόμους και προοπτικές στη νέα γενιά δίνοντας μαζί τη μάχη των ιδεών, σεβόμενοι όμως την ιδεολογική μας ταυτότητα που είναι ο ριζοσπαστικός, κοινωνικός φιλελευθερισμός με κέντρο τον άνθρωπο.

Όλοι όσοι σκέφτονται και πράττουν σαν τον Γιάννη, βοήθησαν την παράταξη να πρωταγωνιστεί, ώστε να επαναφέρουμε την ελπίδα, τη σιγουριά και την αξιοπρέπεια που τόσο ανάγκη έχει σήμερα η πατρίδα μας και ο Λαός μας.